ΠΩΣ Ο ΣΚΥΛΟΣ ΕΔΩΣΕ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΤΗ ΦΩΤΙΑ

 Πώς ο Σκύλος έδωσε στον Άνθρωπο τη Φωτιά


It is stern work, it is perilous work, 
to thrust your hand in the sun
And pull out a spark of immortal flame
to warm the hearts of men
― Joyce Kilmer

Εισαγωγή ― Μυθολογία και Ζώα (μικρή αναφορά)

Ένα χαρακτηριστικά κοινό στοιχείο μεταξύ των θρύλων και των μύθων αρχαίων πολιτισμών είναι η εμφάνιση και ο σημαντικότατος ρόλος των Ζώων (μαζί και τα ιδιαίτερα γνωρίσματά τους) στη σύσταση της ταυτότητας και του χαρακτήρα των εν λόγω πολιτισμών. Πάμπολα τα παραδείγματα πολιτισμών που τοποθετούν στη γένεσή τους φανταστικά γεγονότα με πρωταγωνιστές τα ζώα, όπως λόγου χάριν η Ρωμαϊκή μυθολογία, όπου τοποθετεί την αρχή της στη θρέψη του Ρωμύλου και του Ρέμου απ’ το γάλα μιας λύκαινας, κοντά στις πεδιάδες όπου θα χτιζόταν μια μέρα η πόλη της Ρώμης. Αρκετοί άλλοι πολιτισμοί θέτουν το ζωικό στοιχείο σε ακόμα πιο υψηλά επίπεδα σημαντικότητας, με τους ίδιους τους θεούς τους να είναι ζωόμορφα πλάσματα (π.χ. αιγυπτιακό πάνθεο) ή ακόμα και υβρίδια ζώων (π.χ. Κετζαλκόατλ«φτερωτό φίδι» ― θεός των Αζτέκων που έχει μορφή φιδιού με πούπουλα)1.

 

 

Gathering Strength, Laurel Barbieri

Μάλιστα, ένας σημαντικός αριθμός μυθολογικών ιστοριών τοποθετεί τα Ζώα και τα χαρακτηριστικά τους στις βάσεις της ιστορίας του ανθρώπου καθώς και της ίδιας της ύπαρξης. Είτε πρόκειται για κοσμογονικούς μύθους (π.χ. ο κόσμος προέκυψε από το σπάσιμο ενός «κοσμικού» αβγού ― φινλανδική μυθολογία κ.α.)είτε για μύθους του Τέλους (π.χ. Ragnarök, όταν ο τεράστιος λύκος Fenrir θα καταπιεί τον ήλιο ― νορβηγική μυθολογία)3, ο ρόλος των Ζώων είναι καταλυτικός. Ποια είναι όμως η σημασία όλων αυτών; 

 

Fenrir Devouring The Sun, Wolfgang Schweizer


Δίχως να θέλω να επεκταθώ πολύ, καθώς είναι θέμα που χρήζει ένα άρθρο «δικό του», μπορεί να λεχθεί με λίγα λόγια, πως μέσω των μύθων και της παρουσίας των ζώων σε αυτούς ο Άνθρωπος εξέφραζε ―ασυνείδητα κυρίως― το πως βλέπει τον κόσμο, και ιδίως τα εν λόγω ζώα. Κάνοντας μια υπεραπλούστευση, τα κύρια χαρακτηριστικά των αρπακτικών ζώων σχετίζονται με τον θάνατο και την εξουσία, ενώ άλλα ζώα ―κυρίως τα μη σαρκοφάγα―  φέρουν χαρακτηριστικά που αγγίζουν ιδιότητες σχετικές με αυτά (π.χ. άλογα: ταχύτητα και χάρη, βουβάλια και άλλα βοοειδή: δύναμη και ρώμη, πτηνά: ελευθερία κι εποπτεία κ.ο.κ.). 

Έτσι, ως εκ φυσικού, ο Σκύλος σε σχεδόν όλες τις μυθολογικές ιστορίες παρουσιάζει τις ιδιότητες για τις οποίες είναι γνωστός και σήμερα: πιστός φίλος (ο Άργος στην Οδύσσεια), φύλακας (Κέρβερος) και (συν)εργάτης4 ―μη καταγράφοντας, σαφώς για χάριν του άρθρου, τα όχι και τόσο κολακευτικά χαρακτηριστικά του Σκύλου. Λαμβάνοντας υπόψιν λοιπόν τα προηγούμενα, έκρινα πως θα ήταν καλό να γίνει η έκθεση ενός πολύ παλιού και ιδιαίτερου αφρικανικού-μελανησιακού μύθου5, όπου ο Σκύλος έχει τον ρόλο πρωταγωνιστή (ή, τουλάχιστον, συμπρωταγωνιστή) στην πρώτη επαφή του Άνθρωπου με τη φωτιά.  

 

Silent Alarm,  Laurel Barbieri


Δυστυχώς, για τον εν λόγω μύθο δεν διασώζονται και πολλά στοιχεία, πιθανόν λόγω της αρχαιότητάς του και της μεταβίβασής του ανά γενεά από στόμα σε στόμα, οπότε προέβησα σε σημαντική «επέκταση» και ανασύνθεση αυτού (για κυρίως ψυχαγωγικούς λόγους), συνδυάζοντας τις διάφορες εκδοχές του και όποιες γνώσεις έχω γύρω από σχετικές μυθολογικές ιστορίες, με σεβασμό ―εννοείται― πάντα στα πρωτότυπα. Επίσης, επειδή το άρθρο συγκαταλέγεται στο πλαίσιο μιας γενικής προσπάθειας φοιτητών του ΑΠΘ, πήρα το θάρρος να θέσω ένα μέρος της ιστορίας στην όμορφη πόλη της Θεσσαλονίκης ―θαρρώ πως το τελικό αποτέλεσμα το δικαιώνει. Ας ξεκινήσουμε λοιπόν…

 

 

Ο Μύθος του Ρουκούμπα και του Νγχάνκο

 

Φλύαροι ταξιτζήδες και τυχόν τρελοί ζητιάνοι λένε πως κάποια βράδια, κάτω απ' τη σκιά του Λευκού Πύργου, αναδύονται σιγά-σιγά απ' το σκοτάδι, ως δια μαγείας, ένας άνδρας κι ένας σκύλος. Κάθονται δίχως πολλά-πολλά και κοιτάζουν τη θάλασσα σιωπηλοί. Με γειρτούς τους ώμους και σκυφτά τα κεφάλια, φαίνονται γερασμένοι, με τα ασυνήθιστα μεγάλα κορμιά τους να ενισχύουν το βάρος του χρόνου που διαφαίνεται πάνω στις πελώριες πλάτες τους. Βαθιές ρυτίδες διασχίζουν το πρόσωπο του άνδρα, μη αφήνοντας ούτε σπιθαμή του αχαράκωτη, ενώ ο σκύλος φαίνεται πως έχει ξεχάσει πως να κουνάει την ουρά του εδώ και πολύ καιρό… Κάπου-κάπου, ο άνδρας στενάζει μελαγχολικά, σαν να τον βαραίνει ένα αόρατο βάρος, και ο σκύλος ανταποκρίνεται μ' έναν σιγανό κλαυθμό. 

Παραδόξως, κανένας περαστικός δε φαίνεται να τους προσέχει· όλοι τους προσπερνούν λες και δεν υπάρχουν ―λες και η ύπαρξή τους είναι τόσο δεδομένη, που δεν χρήζει ούτε μια ματιά


۞      ۞      ۞ 


Ο άνδρας είναι ντυμένος έναν μαύρο μανδύα στα χρώματα της άναστρης νύχτας, τόσο μαύρο που το εβένινο δέρμα του και το ρούχο που φορά φαντάζουν ως μια σάρκα. Με το λευκό του γένι να πέφτει σαν καταρράκτης πάνω στο στήθος του, σκεπάζοντας ένα φυλαχτό κυνόδοντα λιονταριού, και μια ποιμενική ράβδο μέσα στα κοκαλιάρικα χέρια του, μοιάζει με φιγούρα που ξεπροβάλλει μέσα από τις ιστορίες της παλαιάς Αφρικής, όταν η Σαχάρα ήταν ακόμα θαλερή και πράσινη, σαν άνθος της αυγής. 

Ο σκύλος, από την άλλη, δε διαφέρει και πολύ από τον αφέντη και φίλο του. Είναι κι αυτός μαύρος στο χρώμα, με κορμοστασιά και μορφή που παραπέμπει στους τεράστιους σκύλους της Ροδεσίας, που λέγεται πως στο παρελθόν κυνηγούσαν και σκότωναν λιοντάρια… Τα μάτια του σκύλου όμως είναι ακόμα πιο παράξενα· λάμπουν ασυνήθιστα μέσα στο σκοτάδι, σ’ ένα σχεδόν κόκκινο χρώμα, λες και μέσα στις κόγχες των ματιών τού χορεύουν πύρινες ανεμοθύελλες και άλικες γλώσσες φωτιάς. Με τα αυτιά κάτω, ξεκουράζει το κεφάλι του επάνω στα πόδια του αφέντη του, ο οποίος του μιλά σιγανά σε μια γλώσσα αρχαία, παράξενη και γοητευτική, χαϊδεύοντάς τον τρυφερά κι όλο αγάπη. 

Κάποιες φορές, ίσως και ποτέ, άνθρωποι που διασχίζουν μόνοι την παραλιακή ακούν τη φωνή του γέρου (μόνο όταν κάποιος είναι μόνος μπορεί να ακούσει τους θεούς να μιλούν) και σαν υπνωτισμένοι πάνε προς αυτόν, να ακούσουν τι έχει να τους πει. Τότε, τους προστάζει να κοιτάξουν με προσοχή μέσα στα μάτια του μαύρου σκύλου, μέσα στις φλόγες που καίνε μέσα σ’ αυτά, και να ακούσουν την ιστορία που διαγράφουν… 

 

۞      ۞      ۞ 

 

Το πρώτο πρωινό του κόσμου, όταν ακόμα όλα ήταν νέα και ο θεός του χρόνου νήπιο, έγινε ο άνθρωπος. Και ο άνθρωπος κοίταξε σε όλη την πλάση και στα ζώα των νερών και της γης και του αέρα, και είδε πως ήλθε τελευταίος στον κόσμο, και πως ήταν γυμνός και άοπλος. Και βλέποντας την αδυναμία του, φώναξε στον θεό του ουρανού με παράπονο κι αυτός τον σπλαγχνίστηκε, και του έδωσε την ικανότητα να σκέφτεται και να μαθαίνει. Και ο άνθρωπος είπε στον εαυτό του: «Ας επισκεφτώ και ας μάθω απ’ τα ζώα της πλάσης, αφού ήλθα στον κόσμο τελευταίος και με τίποτα, μπας και μάθω απ’ αυτά πως να μακρύνω τις μέρες μου». 

Έτσι, ο άνθρωπος επισκέφθηκε πρώτα τα πλάσματα των νερών, κι απ’ αυτά έμαθε πως να κολυμπά και να βρίσκει καθαρό νερό για να σβήνει τη δίψα και τις πληγές του. Μετά, επισκέφθηκε τα ζώα της γης κι έμαθε από τις ζέβρες και τα βουβάλια την αξία της ομάδας και πως να τρέχει τη γη δίχως κόπο, ενώ από τα λιοντάρια έμαθε πως να κυνηγά και να σκοτώνει. Και τέλος, επισκέφθηκε τα ζώα τ’ ουρανού, τα οποία έμαθαν στον άνθρωπο πως να διαβάζει τα σημάδια των συννέφων και την κίνηση των ίδιων των πουλιών, καθώς τα πουλιά εκ πάντοτε ήταν προάγγελοι της μοίρας. Και ο άνθρωπος πλήθυνε και αυξανόταν σε αριθμό. Και όλα αυτά έγιναν κάτω απ’ το φως του Ήλιου, ώσπου ο Ήλιος έδυσε και ήλθε η πρώτη νύχτα του κόσμου.

Η νύχτα όμως ήταν κρύα και τρομαχτική, και ξυπνούσε κάτι άγριο μέσα στις καρδιές των ζώων. Και τα νερά άφριζαν τώρα από τις κινήσεις των ψαριών στην επιφάνεια, οι λύκοι ούρλιαζαν και οι κουκουβάγιες με τις κραυγές τους έβαζαν τον φόβο βαθιά μες στην καρδιά τ’ ανθρώπου. Δίχως τη φωτιά του Ήλιου στο πρόσωπο του ουρανού, ο άνθρωπος ένιωσε ακόμα περισσότερο τη γύμνια και την αδυναμία του και είπε ξανά στον εαυτό του: «Αν δεν πέθανα το πρωί, τώρα σίγουρα θα πεθάνω —είτε απ’ το κρύο, είτε απ’ τους εχθρούς που με περιτριγυρίζουν». Και ξαναφώναξε στον θεό του ουρανού και στη θεά Σελήνη να δυναμώσει το φως της, αλλά δεν έλαβε απάντηση· κι έκλαψε πικρά…

 

۞      ۞      ۞ 


Ένας όμως απ’ τους ανθρώπους, ο Νγχάνκο (που το όνομά του σημαίνει λιοντάρι), αρνήθηκε να αποδεχτεί ετούτη την τραγική μοίρα και ξεκίνησε για να βρει και να φέρει πίσω τον Ήλιο. Περπάτησε και περπάτησε, ώσπου τα πόδια του δεν άγγιζαν πλέον γρασίδι και χώμα, αλλά άμμο και χαλίκια της ερήμου· και περπάτησε και περπάτησε ξανά, όταν είδε στο βάθος του ορίζοντα φως. Και πλησίασε και είδε, μπροστά από κάτι που αχνόφεγγε, ένα τετράποδο ζώο που γρύλιζε απειλητικά. 

«Ποιος είσαι;» ρώτησε ο άνθρωπος, διστακτικά.

«Είμαι ο Ρουκούμπα» δήλωσε περήφανα το παράξενο ζώο, «αλλά μπορείς να με φωνάζεις και Σκύλο. Εσύ, δίποδο πλάσμα, ποιος είσαι και τι κάνεις τόσο μακριά από τη γη σου;»

«Είμαι ο Νγχάνκο ο άνθρωπος, των τελευταίων της δημιουργίας, και γυρεύω να φέρω πίσω τον θεό Ήλιο, γιατί δίχως αυτόν εγώ και η φυλή μου δε θα ζήσουμε να δούμε άλλη μέρα».

Ο Σκύλος, φανερώνοντας μια σειρά από κοφτερά δόντια, έβγαλε έναν ήχο που έμοιαζε με γέλιο στα αυτιά του Νγχάνκο. «Ανόητο πλάσμα, δεν ξέρεις πως οι θεοί κάνουν ό,τι θέλουν και δε νοιάζονται για μας; Είμαστε σαν παιχνίδια στα χέρια τους· τη μια στιγμή παίζουν μαζί μας και την άλλη μας πετάνε, σαν κόκκαλο που το έχεις ρουφήξει ως το μεδούλι. Ο θεός Ήλιος έχει πάει να κοιμηθεί στην αγκαλιά της θεάς Θάλασσας, κι εσύ θα πας να τον φέρεις πίσω;» Και αφού τα 'πε αυτά, ο Σκύλος γέλασε για ακόμα μια φορά.

Ο Νγχάνκο τότε οργίστηκε μέσα στην καρδιά του και είπε: «Κι εσύ, Σκύλε, δε βλέπω πως η μοίρα σου είναι καλύτερη απ' τη δικιά μου, μόνος μέσα στη μέση της ερημιάς. Μήπως σε ξέχασε πίσω η αγέλη σου, ή έχασες τον δρόμο;»

Με αυτά τα λόγια, ο Σκύλος σοβάρεψε: «Είμαι μόνος κι αποκομμένος απ' τη φυλή μου όχι επειδή το θέλησα, αλλά επειδή έτσι μου ανατέθηκε. Είμαι ο φύλακας της Ουμουρίρο (Φωτιά),  κόρης του Ήλιου». Και παραμερίζοντας λίγο το μεγάλο κορμί του, αποκάλυψε πίσω του κάτι που έμοιαζε σαν μικρός ήλιος να τρεμοπαίζει υπό το φως των αστεριών. «Κατά το ταξίδι του στο πρόσωπο του ουρανού, ένα κομμάτι απ’ την πλευρά του θεού Ήλιου αποκόπηκε κι έπεσε στη Γη· από τότε, είμαι εδώ και προσέχω την Ουμουρίρο, ώστε να μην πέσει στα χέρια πονηρών θεών ή ζώων, ώσπου να επιστρέψει και την φέρει ξανά ο πατέρας της κοντά του». 

«Και δε γνωρίζεις πότε θα επιστρέψει ο λαμπερός θεός;» ρώτησε ανυπόμονα ο Νγχάνκο.

«Οι θεοί πάνε κι έρχονται όπως θέλουν· ίσως να επιστρέψει και τώρα, ίσως και ποτέ» απάντησε στωικά ο Σκύλος.

Ο Νγχάνκο τότε έκανε να κλάψει: «Τόσος δρόμος και τόσος κόπος, για να σβήσει η πνοή του γένους μου κι εμένα, τώρα;» Και καθώς τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν στα μάτια του, μια σπίθα από το κορμί της Φωτιάς πέταξε και έσβησε το δάκρυ. Και ο Νγχάνκο κοίταξε εκείνο το παράξενο πλάσμα που έλαμπε και σπαρταρούσε σαν Ήλιος και Θάλασσα μαζί, και αναθάρρησε, καθώς είδε μέσα στη Φωτιά τον τρόπο να λυτρώσει τον εαυτό και τη φυλή του απ' το σκοτάδι και τα σαγόνια των άγριων ζώων. 

Παίρνοντας λοιπόν το πιο αθώο του ύφος, είπε στον πελώριο σκύλο: «Ω, τρανέ Ρουκούμπα, μεγάλη και σπουδαία είναι η αποστολή σου. Να φυλάττεις την κόρη ενός θεού δεν είναι διόλου μικρό πράμα».

Ο Σκύλος τότε κούνησε την ουρά του χαρούμενα, μη ξέροντας καν το γιατί, και συμφώνησε επιφυλακτικά.

«Όμως, για μια τόσο τρανή αποστολή, ο θεός Ήλιος φαίνεται να σε ξέχασε· ούτε τροφή, μα μήτε και συντροφιά σε προμήθευσε να σου γεμίζουν την κοιλιά και την καρδιά σου. Δεν έχω δίκιο;» ρώτησε ο Νγχάνκο πονηρά.

Ο Σκύλος, ακούγοντας τώρα το στομάχι του να γουργουρίζει και κοιτάζοντας τη σιωπηλή και φωτεινή μορφή που βρισκόταν δίπλα του, ούρλιαξε σαν τον εξάδερφό του, τον λύκο. «Και τι προτείνεις άνθρωπε; Να εγκαταλείψω εκείνη που φυλάω; Ποτέ σε μένα! Καλύτερα να γίνω πέτσα και κόκκαλο και να μαραθεί η καρδιά μου απ' τη μοναξιά, παρά να ατιμάσω τον εαυτό μου μπροστά στους θεούς και τ' άλλα ζώα!» 

Ο Νγχάνκο τότε, ενθουσιασμένος από την πιστή καρδιά του Σκύλου, έβγαλε απ' το σακίδιο του λίγο κρέας βουβαλιού, το έκοψε στα δυο και απέθεσε διστακτικά το ένα μισό μπροστά στα πόδια του ζώου. «Ξέρω τι σημαίνει να είναι κάποιος πεινασμένος» είπε ο άνθρωπος μαλακά,  «και ξέρω και την αξία μιας πιστής καρδιάς». Ο Σκύλος, σαστισμένος λίγο στην αρχή, πλησίασε στο κρέας σιγά-σιγά, το μύρισε και εντέλει το καταβρόχθισε, πεινασμένος καθώς ήταν· και, αφού έφαγαν μαζί, Άνθρωπος και Σκύλος, άφησε τον Νγχάνκο να βάλει τα χέρια του πάνω στο κεφάλι του απαλά, για πρώτη φορά. 

 

۞      ۞      ۞ 

 

Κι έτσι ο Άνθρωπος πήρε τη φωτιά από τον Ήλιο (υπό τη μορφή μιας πύρινης ράβδου)6, και νίκησε το σκοτάδι και τα σαγόνια των άλλων ζώων, μα πιο σημαντικά, κέρδισε έναν πιστό φίλο στο πρόσωπο του Σκύλου. Ο Ήλιος, εντυπωσιασμένος μεν από την πονηριά του Ανθρώπου και δε την πιστότητα του Σκύλου, ευλόγησε τον Νγχάνκο και τον Ρουκούμπα κάνοντας διαθήκη μαζί τους, λέγοντας τους πως ώσπου να σβήσει και η τελευταία φωτιά στον κόσμο, οι απόγονοι τους θα είναι φίλοι, σε καρδιά, ιδρώτα και αίμα.

 

۞      ۞      ۞ 

 

Πίσω στη Θεσσαλονίκη, ο γέρικος άνθρωπος και ο σκύλος του έχουν σηκωθεί από τη σκιά του Λευκού Πύργου και περπατάνε μέσα στην πόλη, ταΐζοντας αδέσποτα σκυλιά. Αφού τελείωσαν, επέστρεψαν σιγά-σιγά πίσω στο σημείο τους πλάι στη θάλασσα κι έκατσαν να κοιτάζουν στον ορίζοντα στωικά.

«Τι λες Σκύλε, θα έρθει;» ψιθύρισε ο άνθρωπος, με ανυπομονησία.

«Θα έρθει, θα έρθει... μας το υποσχέθηκε» απαντά ο σκύλος, κουνώντας την ουρά του. «Είναι πάντα στην ώρα του»· και με αυτά τα λόγια, ένα πύρινο φως φάνηκε στο βάθος του ορίζοντα: ο Ήλιος να ανατέλλει. △

 

 

Μάρκος  Γιαπάνης

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 Βιβλιογραφία:

 

1: Encyclopaedia Britannica, Quetzalcoatl

 

2: Martti Haavio: Väinämöinen: Suomalaisten runojen keskushahmo. Porvoo: WSOY, 1950

 

3: Encyclopaedia Britannica, Fenrir

 

4: Wikipedia, Dogs in Religion, Zoroastrianism 

 

5: M. D. W. Jeffreys, 'Ogoni folklore', Folklore 81, 1970, pp. 112-113

 

6: Από το ίδιο

 

Comments